Από μικρός όταν πήγαινε στην εκκλησία παρατηρούσε τα άμφια και τους σταυρούς που φορούσαν οι ιερείς. Τόσο πολύ του άρεσαν που ήθελε να γίνει δεσπότης.
Ο λόγος για τον Γιάννη Φλωρινιώτη, ο οποίος σε συνέντευξή του στο «Πρώτο Θέμα» μίλησε τόσο για αυτή του την επιθυμία όσο και για την κίνησή του να… λανσάρει τα λαμέ.
«Λάνσαρα το λαμέ σε μια εποχή που η Ελλάδα ήταν κολλημένη σε συντηρητικές νόρμες. Άκουσα τα εξαμάξης γι’ αυτό, κατόπιν όμως ήρθε η εποχή που με μιμήθηκαν όλοι. Αγαπούσα το αστραφτερό, όπως οι τραγουδιστές στο Λας Βέγκας. Από παιδί έδειχνα αδυναμία σε οτιδήποτε γυάλιζε. Μεγάλωσα σε ορφανοτροφείο και κάθε Κυριακή που μας πήγαιναν στην εκκλησία παρατηρούσα τους παπάδες με τα χρυσά άμφια και τα πετράδια που άστραφταν και ένιωθα μαγεμένος. Ήθελα να γίνω δεσπότης.
Αργότερα, όταν έπιασα κάποια καλά χρήματα στα χεριά μου, έγινα αυτό που πάντα οραματιζόμουν: ένας τραγουδιστής-υπερπαραγωγή. Υπάρχει μια ράφτρα, η οποία υλοποιεί οτιδήποτε βάλει ο νους μου. Βρίσκω τα υφάσματα σε Ευρώπη και Αμερική, σκέφτομαι το σχέδιο και της λέω: “Φτιαξ’το”. Η έμπνευση μου έχει έρθει κατά καιρούς από σιρίτια, ασημένιες αλυσίδες μπλεγμένες με το ύφασμα, φτερά και υπερτονισμένες βάτες. Στα διάφορα ταξίδια μου έβρισκα περίεργα γυαλιά που τους κολλούσα πάνω ό, τι μπορεί κανείς να φανταστεί, συνήθως κρύσταλλα, που είναι και τα αγαπημένα μου. Πολλοί ήταν αυτοί που διακωμωδούσαν τα σχέδια, στη συνέχεια όμως έβλεπα ότι ήθελαν να φορέσουν και εκείνοι τα ίδια. Γι’ αυτό και υπήρχε μια καλλιτεχνική κατασκοπεία εις βάρος μου, όλοι ήθελαν να μάθουν ποιος με ράβει και ποιος με ντύνει. Άργησαν να καταλάβουν ότι πίσω από την εικόνα μου βρίσκομαι εγώ ο ίδιος», δήλωσε ο Γιάννης Φλωρινιώτης.
