Για δεκαετίες αποτελούσε το Αγιο Δισκοπότηρο των απανταχού κινηματογραφόφιλων: η πρώτη, «εξαφανισμένη», ταινία του Στάνλεϊ Κιούμπρικ, ονόματι «Fear and desire».
Εξαφανισμένη όχι από κάποιον απερίσκεπτο παραγωγό αλλά από τον ίδιο τον σκηνοθέτη της, που θεωρούσε το φιλμ ένα τεκμήριο ερασιτεχνισμού – η τελειομανία του δεν θα μπορούσε να επιτρέψει κάτι τέτοιο!
Η ιστορία, σύμφωνα με τον ίδιο, έχει ως εξής: «Είχα κάποια λεφτά και αποφάσισα να παρατήσω τη δουλειά μου (σ.σ.: ήταν φωτογράφος του περιοδικού «Look») και να ασχοληθώ με το σινεμά.
Εκανα κάποιους υπολογισμούς και είδα πως μπορούσα να κάνω μια ταινία μεγάλου μήκους με δέκα χιλιάδες δολάρια, αν φυσικά μπορούσα να βρω ηθοποιούς που θα δέχονταν να δουλέψουν τζάμπα. Σχεδόν όλα τα υπόλοιπα τα έκανα εγώ: ήμουν ο σκηνοθέτης, ο κάμεραμαν, ο διευθυντής φωτογραφίας…».
Οι γνώστες του κιουμπρικικού βιογραφικού γνωρίζουν ότι συχνά ο σκηνοθέτης ολοκλήρωνε τη φωτογραφία των ταινιών του (το έκανε σχεδόν εξ ολοκλήρου για τον «Σπάρτακο» δίχως να πάρει ο ίδιος το credit) – τα προβλήματα όμως της ταινίας δεν ήταν τόσο τεχνικά όσο δραματουργικά.
«Ενας φίλος μου έστησε το αρχικό σενάριο, που ήταν φρικτό – βαρετό μεν, αλλά και πολύ σοβαρό, αλληγορικών τόνων, με θέμα μια ομάδα στρατιωτών, άγνωστης προέλευσης, που αναζητούσαν τον δρόμο για το σπίτι.
Θα μπορούσε να προκύψει μια ενδιαφέρουσα ταινία, αλλά όχι, εγώ ήθελα να κάνω κάτι ποιητικό και μεγαλεπήβολο».
Την εποχή που ο Κιούμπρικ έκανε αυτές τις δηλώσεις δεν είχε ακόμη φιλμάρει τις ταινίες για τις οποίες θα έμενε στην ιστορία, ταινίες σαν το «2001», τη «Λάμψη» ή το «Κουρδιστό πορτοκάλι». Είχε όμως ήδη πλήρη γνώση του αντικειμένου.
Και ήταν ιδιαίτερα αυστηρός με τα όποια στραβοπατήματά του: «Τελικά την ολοκλήρωσα και βρήκε τον δρόμο της σε κάποιες αίθουσες του λεγόμενου καλλιτεχνικού κυκλώματος – τσίμπησε και μερικές καλές κριτικές, να ‘ναι καλά οι άνθρωποι που τις έγραψαν.
Αλλά δεν τη θεωρώ καλή ταινία. Δεν ήξερα τίποτε από σκηνοθεσία και φαίνεται – οι ηθοποιοί μου δε, με ελάχιστες εξαιρέσεις, ήταν κακοί. Ισως είχε κάποιες καλές στιγμές, πάντως τα χρήματα που κόστισε δεν τα έφερε πίσω».
Αποφασισμένος να εξαφανίσει κάθε κόπια του «Fear and desire» που κυκλοφορούσε εκεί έξω, ο δημιουργός καταδίκασε το πρώτο του φιλμ στην ανυπαρξία. Ή τουλάχιστον έτσι νόμιζε.
Γιατί, χρόνια μετά τον θάνατό του, μια κόπια «ξεφύτρωσε» σε μια αποθήκη ταινιών στο… Πουέρτο Ρίκο. Το δε στόρι έχει ως εξής:
Στη διάρκεια κάποιου πολέμου ένας υπολοχαγός οδηγεί τους άνδρες του μακριά από τους εχθρούς, σε μια προσπάθεια να επιστρέψουν σε φιλικά εδάφη. Μια νεαρή γυναίκα εμφανίζεται. Και οι άνδρες του αρχίζουν να υποφέρουν τόσο ψυχικά όσο και σωματικά.
Μόλις 24 ετών, ο Κιούμπρικ φιλμογραφεί τους ανεμοδαρμένους στρατιώτες σε εξπρεσιονιστικό ασπρόμαυρο, και δεν είναι δύσκολο να εντοπίσεις όλα εκείνα τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν τους μόνιμους προβληματισμούς του: μοναξιά, απομόνωση, δυϊσμός, καταπιεσμένη σεξουαλικότητα.
Απουσιάζει όμως το χιούμορ (ο Κιούμπρικ ανέπτυξε έναν σαρδόνιο ειρωνικό κώδικα στη μετέπειτα πορεία του) αλλά και ο περφεξιονισμός που στη συνέχεια θα γίνει σήμα κατατεθέν του. Για να το πούμε απλά: η ταινία είναι ένα κιουμπρικικό πρωτόλειο. Που όμως κουβαλά ακόμη μια γνήσια εκφραστική δύναμη.
ΠΗΓΗ: tanea.gr. real.gr.





